Ζερβάτι

Βορείου Ηπείρου

Παραδοσιακά Τραγούδια

ΜΑΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΝΝΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΟΥΣ

Μάνα με τους εννιά τους γιους και τις εννιά νυφάδες,
είχε και την Αρετώ της μοναχοθυγατέρα,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη
την είχε δώδεκα χρονών και ο ήλιος δεν την είδε.

Στα σκοτεινά την έλλουζε, στα άφεγγα τη χτενίζει
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Νύφη την εζητήσανε πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλανε κι η μάνα της  δε θέλει.
Ο Κώστας ο μικρότερος θέλει για να τη δώσει.

-Μάνα μου κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
να χω κι εγώ παρηγοριά, να χω κι εγώ κονάκι,
κι αν πάμε εμείς στην ξενιτιά ξένοι να μην περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή, μα άσχημα απεκρίθης!

Κι αν μο ρθει γιε μου θάνατος, κι αν μο ρθει γιε μ' αρρώστια
Κι αν τύχει πίκρα ή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
-Βάνω τον ουρανό κριτή και τους άγιους μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα ή χαρά εγώ θα σου τη φέρω,
το καλοκαίρι τρεις φορές και το χειμώνα πέντε!

Και δώσανε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
Ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι, πικροί, φαρμακωμένοι,
Ήρθανε μήνες οι κακοί κι εβδομάδες μαύρες
Απέθαναν οι εννιά οι γιοι και οι εννιά νυφάδες.

'Έμεινε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογούσε,
στου Κωνσταντίνου το μνημείο τραβούσε τα μαλλιά της:
-Ανάθεμα σε, Κωνσταντή, και τρισανάθεμά σε,
που μο 'δωκες την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα,

το τάξιμο που μο 'δωσες πότε θα το πληρώσεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγίους μαρτύρους,
Αν τύχει πίκρα ή χαρά να πας να μου τη φέρεις.
Από τα τρισανάθεμά κι απ τη βαριά κατάρα,
η γη ανατινάχτηκε κι ο Κωνσταντίνος βγήκε.

Ρίχνει την πέτρα σε μεριά, το χώμα από την άλλη,
Κάνει το σύννεφο άλογο και το άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά να πάει να τη φέρει.
Παίρνει τα όροι πίσω του και τα βουνά μπροστά του
πολλά ποτάμια πέρασε και κάμπους με λουλούδια.

Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει
παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλεί και λέγει:
Να έβρισκα την Αρετή εκεί που να χορεύει,
τρεις δίπλες να ναι ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Κι όπως επαρακάλεσε έτσι και πάει την ήβρε:

Τρεις δίπλες ήταν ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Από μακριά τη χαιρετά και από κοντά της λεει:
-Άιντε αδερφή να φύγομε στη μάνα μας να πάμε!
-Αλίμονο αδερφάκι μου και τ είναι τούτη ώρα;
Κώστα μ αν ήρθες για καλό, να έρθω όπως είμαι,

αν ήρθες για παρηγοριά, τα μαύρα να φορέσω
-Έλα, Αρετή να φύγομε κι ας είσαι όπως είσαι.
Κοντολυγίζει το άλογο στα κάπουλα τη βάνει
.Βέργα δίνει στο άλογο κι αυτό το δρόμο παίρνει.
Στο δρόμο που πηγαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν,

δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά κι ούδε σα χελιδόνια,
μωρ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη κουβέντα:
-Για ιδείτε εκεί τι γίνεται, παράξενο μεγάλο,
πως περπατούν οι ζωντανοί με του απεθαμένους!
Κι η Αρετή σαν τ άκουσε πολύ παραξενεύτη.

-Άκουσε, Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Πουλάκια ειν΄ και κελαηδούν, πουλάκια ειν΄κι ας λένε!
Παρέκει που πηγαίνανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
-Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;
-Παρέκει όπου διάβαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Δεν είναι κρίμα και άδικο, παράξενο μεγάλο
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
-Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλιάζουν.

-Κώστα μου μυρίζεις γη, μυρίζεις χωματέλες.
Φοβάμαι αδερφάκι μου, τις λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βράδυ επήγαμε πέρα στον Αι-Γιάννη
και μας θυμιάτισε ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Για δες θάμα-πανάθεμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
Το άκουσε πάλι η Αρετή και ρίγησε η καρδιά της .
-Άκουσες Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Άσε Αρέτω τα πουλιά και ας λένε ότι θέλουν.

-Πες μου που είν τα κάλλη σου, που ειν η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και το όμορφο μουστάκι;
-Έχω καιρό που αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Εκεί κοντά εκεί σιμά στην εκκλησία ζυγώνουν.
Γυρίζει τότε ο Κωνσταντής και λεει της αδερφής του:

-Ξέχασα το μαντήλι μου πίσω στο Άγιο-Βήμα.
Σείρε Αρέτω μ', αμπροστά κι εγώ έρχομαι πίσω!
Βαριά χτυπάει τ άλογο κι από μπροστά τις εχάθει.
Κι ακούει την πλάκα να βροντά, το χώμα να βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

Βλέπει του κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,
βρίσκει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα,
βλέπει το βάλσαμο ξερό, το καριοφίλι μαύρο,
βλέπει και το βασιλικό πολύ μαραγκιασμένο,
βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα.

Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν,
Τη μάνα της εφώναξε, τη μάνα της φωνάζει.
-Ποιος είσαι εσύ που μου χτυπάς και μου φωνάζεις μάνα;
Αν είσαι φίλη διάβαινε κι αν είσαι εχθρός μου φύγε.
Κι αν είσαι ο πικροχάροντας άλλα παιδία δεν έχω.

Κι η δόλια η Αρετούλα μου είναι μακριά στα ξένα.
-Σήκου, μανούλα, μ άνοιξε, σύκου, γλυκιά μου μάνα
.-Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και μου φωνάζει μάνα;
-Άνοιξε μάνα μου γλυκιά κι εγώ είμαι η Αρετή σου.
-Αρετώ μου ποιος σε έφερε και ποιος θα λα σε πάρει;
- Ο Κώστας, όπου μ έφερε αυτός θα λα με πάει!
- Ο Κώστας μου απέθανε και γυρισμό δεν έχει
.Ο Κώστας μου απέθανε και τα παιδιά μου όλα,
αυτά τα πήρε ο χάροντας μαζί με τις νυφάδες……
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δυο.